Η παρακάτω πολύχρονη και σίγουρα δύσκολη εργασία, συλλογή και επεξήγηση των σορωνιάτικων λέξεων, ανήκει στον Λουκά Μπονιάτη, Μέλος και πρώην Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου μας. Τον ευχαριστούμε θερμά για την αξιέπαινη και πολύ σημαντική προσφορά του στη λαογραφία του τόπου μας.
 
"Μετά από 33 χρόνια (από το γυμνάσιο) συλλογής λέξεων της τοπικής διαλέκτου της Σορωνής, πιστεύω ότι έχω συλλέξει ένα πολύ μεγάλο μέρος των λέξεων αυτών. Η συλλογή γινόταν με σημειώσεις από κουβέντες με τις γιαγιάδες και άλλους ηλικιωμένους χωριανούς. Οι περισσότερες όμως σημειώσεις προέρχονταν από καθημερινές συζητήσεις με τους χωριανούς, που πάνω στην κουβέντα, πετούσαν και μια λέξη που θα έπρεπε να καταγραφεί.
Μεγάλη δυσκολία ήταν το να αντιληφθώ ότι κάποιες λέξεις θα έπρεπε να καταγραφούν στο λεξιλόγιο, διότι ήταν τόσο διαδεδομένη η χρήση τους τοπικά, που δεν συνειδητοποιούσα ότι πρόκειται για τοπική διαφοροποίηση πχ λουτριά = πρόσφορο, ή έφτω = ανάβω, ή ήψα = άναψα, ή κουνιού = κουνήσου - κάνε γρήγορα.
Επίσης στην πορεία συνειδητοποίησα ότι θα πρέπει να καταγράφονται και ηχητικές διαφοροποιήσεις των λέξεων πχ αδκιάβαστος = αδιάβαστος, ζηλεύκω = ζηλεύω, σάρσα = σάλτσα. Ελπίζω η συλλογή αυτή με πάνω από 1400 λέξεις, να συμβάλλει στην πληρέστερη καταγραφή της διαλέκτου που χρησιμοποιούνταν στα χωριά μας και ειδικά στη Σορωνή".
 
άε = κοίτα - άε ποιό δουλειές = κοίτα πια δουλειές.
άε να = κοίτα εδώ
ά να τσα = έτσι μπράβο ή έτσι ακριβώς.
αβγκοφυλλία = η φλούδα του αβγού .
αβί = κυνήγι
αγγιά = δοχεία πήλινα.
άγγονας = εγγόνι.
αγιάζι = παγωνιά, διαπεραστικό κρύο.
αγκάθθα = 1. αγκάθι.
2. σπονδυλική στήλη (έκατσε η αγκάθα μου).
αγκαλιά = η ποσότητα των χόρτων - σταχιών που χωρά στην αγκαλιά (φέρε μια αγκαλιά ακόμα για να φτιάξουμε το δεμάτι).
αγκία = ακίδα το πολύ λεπτό ξύλο που εισχωρεί στο σώμα (πχ. χέρια).
αγκλαβή = προικοσύμφωνο.
αγκλούπα = νεροκολοκύθα.
αγκλέορας = μεγάλη ποσότητα (έφαε τον αγκλέορα).
αγκρεμός = γκρεμός.
αγριόφωτο = άγριο ζώο που δεν πιάνεται.
αδκιάβαστος = αδιάβαστος.
αδκιαφόρετα = άδικος κόπος / χωρίς όφελος (μην πάεις κιά, αδκιαφόρετα θάναι).
αδκιαφόρετος = άχρηστος (φτοσδά ειν αδκιαφόρετος)
άδκειο = άδειο
άδολος = ο καρπός που δεν έχει προσβληθεί από ασθένεια –γερός
άεις με = άσε με (άεις τα κάτω τα απίδια)
αέλαμος = βρώμη
αελιά = αγελάδα
αερφομοίρια = γειτονικά κτήματα που προέρχονται από μοιρασιά ανάμεσα σε αδέλφια
αερφός = αδερφός
άζαλος = αυτός που αναζητά κάτι μέσω μυρωδιάς (σκύλος- θήραμα)
αζό = ζώο
αθθός = το άνθος (ο αθθός της καϊσιάς)
άθθος και άθιτα = η στάχτη, οι στάχτες
αθθόπανο = το ύφασμα που χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο των ρούχων βάζοντας μέσα στάχτη.
Ακάτσαρος = Λάβδανο ή Κίστος θάμνος
ακόνι = πέτρα με την οποία ακόνιζαν τα μαχαίρια.
Ακονιζιά = Dittrichia viscosa Κόνυζα φυτό
ακόπο = τουλάχιστον - άσε που (ακόπο άργησε νάρτει στον μύλο)
ακούμια = λουκουμάδες
άκουννο = χωρίς κουκούτσι (επιτραπέζιο σταφύλι)
ακουπάς = σβέρκο
ακούριος = ακούρευτος
Αλάερμα = Λάερμα
Αλαμόχορτο = Αγριοβρώμη
αλαμπή = η λάμψη της φωτιάς που εκπέμπει ζεστασιά
αλαπού = αλεπού
αλαπόψοφος = κάνει ψέματα ότι είναι πεθαμένος ή κοιμάται, κάνει τον αδιάφορο ενώ δεν είναι (Τον αλαπόψοφο κάμνει).
αλάριου = μακριά
αλατερό = πήλινο δοχείο που βάζουν το αλάτι και το κρεμούν στον τοίχο
αλαφάντης = ο καπνοδόχος
αλάφι = ελάφι
αλαφοκέρατο = το κέρατο του ελαφιού. Το χρησιμοποιούσαν ως απωθητικό των φιδιών, καίγοντας λίγο από αυτό ή καπνίζοντας το όπως το λιβάνι.
άλειμμα = μαγειρικό λίπος από γουρούνι.
άλεση = αλυσίδα
αλέσιμο= το αλεσμένο σιτάρι
αλεσίφα = ζεστό νερό με στάχτη για το πλύσιμο των ρούχων
Αλεσφακιά = Φασκόμηλο
αλευριά = γλύκισμα από αλεύρι ψημένο με λάδι και λίγο νερό στο οποίο περίχυναν μέλι ή πετιμέζι. (Η κρέμα των μωρών).
αλισβερίσι = το πάρε δώσε – η συναλλαγή
αλλάβερσι = μακάρι
αλόατο - άλοο = άλογο
άλοθθας = αρσενικό σύκο
αλόθια = άγουρα σύκα
αλοϊνός =το γύρισμα του αλόγου στο αλώνι μεταφορικά = αυτός που τρέχει ακατάστατα. (τον αλοϊνό κάμνει φτοδά το παιί κιέν ησυχάζει).
Αλυαριά = Λυγαριά
άμα = αν – όταν (Άμα βολέσει ννα ρτω)
αμανάτι = ενέχυρο ή κάτι που έχει ξεμείνει (με πόμεινε αμανάτι)
Αμαράγκοι= Μαργαρίτες
άμε ρίχνα = ποιος να ξέρει (άμε ρίχνα πότε ννα ρτει)
αμέστιο = αγίνωτο (κυρίως για καρπούς)
αμίλιγκας = φαβορίτα
Αμόλοχας = Μολόχα
αμουργάς = αυλακωτό κεραμίδι για στέγες.
Αμπερνός = Βελανιδιά
Αμπερνάλλι = μικρή Βελανιδιά
αμπλεκός = αποθήκη άχυρου
αμπράτη = αποσκευές - πράγματα
αμπρόκκα = πρόκα, μεγάλο καρφί
αναμουσία =Το άνοιγμα στο σπερβέρι. Εκεί τοποθετούνταν το άσπρο ύφασμα που έπεφτε από το ταβάνι και κάλυπτε το κρεβάτι.
αναράες – ανεράες = νεράιδες
ανέβατο = το ψωμί που δεν έχει φουσκώσει ώστε να είναι έτοιμο για ψήσιμο.
ανεγριά = ανυδρία - έλλειψη νερού.
άνεγρο = καλλιέργεια χωρίς να ποτίζεται (το μποστάνι είναι άνεγρο)
ανέφαλο = σύννεφο
ανήχελος = σαχλός
ανήψητο = άψητο
ανουριά = όριο – συνορο
αντίερο = αντίδωρο
ανύπλυτος = άπλυτος
ανύχους = τίποτα (που φτηδά τη δουλειά ανύχους εν να πάρουμε-δηλαδή δεν θα πληρωθούμε / ερωτ: ήβρες αυγούγια? απάντ: ανύχους ήβρα.)
άξαμο = ακριβές αντίγραφο πχ κομμένο ύφασμα
αξάς = ξάδερφος
αξίαλος = το ξινόγαλο
αξίγκι = λίπος
Αξινιά = Ξινήθρα
αομάς = κοτέτσι
αουκής = κυνηγός
άουρο = άγουρο
Άουστος = Αύγουστος
απαταρός = αποθήκη κάτω από τον σουφά
αππί = απίδι
Απλάτανος = Πλάτανος
απλώτρα = τα απλωμένα σύκα στον ήλιο για να γίνουν σκάδια.
απόδιονας = μπατζάκι παντελονιού
αποκάλαμη = το ξερό χόρτο που μένει μετά τον θερισμό
απόκονο = όμως
αποκρέβατος = αποθήκη κάτω από το κρεβάτι
απόρα = μπόρα
απόσυρτο = το ψωμί που είναι από έξω ψημένο και από μέσα άψητο.
απόσκιο = μέρος που προστατεύεται από ήλιο και αέρα
αραλίκι το = ευρυχωρία
αραπάς = κάρο
Αρβίθι = Ρεβίθι
αργαχτάς ή αγραχτάς = αδράχτι, το σιδερένιο εργαλείο που μάζευε την κλωστή από την ανέμη
αργιάτης = εργάτης
αργυάκι = ρυάκι
άρεκλα = σημείο του σπιτιού για αποθήκευση σιταριού
Αρίανη = Ρίγανη
αριός = άκαρπη κληματαριά
αρκόμαλλος = αναμαλλιασμένος
άρμεμα = άρμεγμα
Αρναούττι = Πιπεριά (καρπός)
αρντίλλης = πολύ ψηλός ή ψηλός και άχαρος ( κοκιά μου αρντίλλης εγίνεις)
Αροάχνα ή Αροάχνη = Ροδοδάφνη
Αροΐνοι = τα τρυφερά πράσινα φασολάκια
αρσίζης = άτακτος
Αστρακιά= Φλόμος ο θάψος Verbascum thapsus Θάμνος με χυμό δηλητηριώδες που χρησιμοποιούσαν για να πιάνουν τα χέλια από την ρένη.
Αρτακλιά = Κουμαριά
αρφαδιά = αλφαδιά
αρφάκι = άγουρο
αρχοντική = μισόκλειστη πόρτα
ασμάρι = σμάρι, σμήνος από μέλισσες
Ασκελαρούα = Δρακοντιά
Ασκινός = Σχίνος
ασπα = βαθούλωμα της γης στα μπριάρικα χωράφια
Ασπάρτης = ο θάμνος Σπάρτο
Ασπόρτιλας = Ασφόδελος
ασπρόπηλος = αργιλώδες χώμα
αστάλαρη = όταν δεν σταματά η βροχή
άτσα = φτέρνα
ατσακόπετρα = η σιδερόπετρα –σκληρή πέτρα για παραγωγή ασβέστη
Ατσί ή Ατσίδι = Κουνάβι
Ατσικνούα = Τσουκνίδα
ατσίπωτα = αισχρόλογα
αττέτι = έθιμο
αττουμάκα = μοτοσικλέτα.
Αττούμακας = Αετομάχος πουλί.
Αυγούδι ή Αυγούι = Μανιτάρι των χωραφιών που τρώγετε.
αυκή = αυγή
αυκό = αυγό
αυκούλα = πασχαλινό κουλούρι σε σχήμα 8 με αυγό βαμμένο
αφεντική = κύριος δημόσιος δρόμος
αφερίμ = μάλιστα -μπράβο - εύγε
Αφρύανο = Φρύγανο αγκαθωτός θάμνος
άχανε = άνοιξε το στόμα (άχανε και κάμμα = άνοιξε το στόμα και κλείσε τα μάτια)
αχέριστο = αθέριστο
άχερο = άχυρο
αχερώνας = αχυρώνας
Αχήρι = Αθήρι ποικιλία άσπρου σταφυλιού
αχιλούα = σαύρα
Αχιόλι = Χέλι
Αχλαουνιά = Αγριαπιδιά
αχλαούνι = ο καρπός της αχλαουνιάς που τρώγεται
αχνάρι = χνάρι
αχρολάκι = η χόβολη
Αχρούμπα = Θυμάρι
αχταπόι = χταπόδι
αχταρμάς = το βαθύ σκάψιμο του χωραφιού για να βγει το κάτω χώμα στη επιφάνεια Μεταφορικά: Τα άνω κάτω
αχχάνι = το κοτσάνι του καρπού
άψη = στο αποκορύφωμα
 
βαζάνα βαζανιά = μελιτζάνα - μελιτζανιά
βαΐζω = επιμένω σε κάτι (εκειά εβάϊσε )
βαϊλίζω = ασχολούμαι με κάτι –νταντεύω -περιποιούμαι (βαρέθηκα ποιο να σε βαϊλίζω)
βάξιμο = γάβγισμα
βαριό = βαρύ (το καπράτσι είναι πολύ βαριό)
βαριούμαι = βαριέμαι
βάσσει = γαβγίζει - φωνάζει κάποιος δυνατά. (τί βάσσεις τσά?= τί φωνάζεις έτσι?)
βάστα = κράτα
βαστώ = 1. κρατώ (βάστα γερά)
2. από που κρατά η γενιά (που που βαστάς εσύ?)
βασταός = το σύνορο ανάμεσα σε δύο χωράφια
βάστρα = γλάστρα
βαστρί = κομμάτι ψημένου πηλού (θραύσμα )
βατεμένα = τα φίδια που ζευγαρώνουν
βαττεύκιω = γονιμοποιώ
βατσέλα = μεγάλη λεκάνη
βάτσινα = βατόμουρα
βέρκια = ξόβεργα
βίντζι = βαρούλκο
βίτσα = ραβδί
βκαίνω = βγαίνω
βοθώ = βοηθώ
βολά = φορά (μια βολά κι ένα καιρό)
βολάρι = μικρός βόλος πχ από χώμα
βολέσει = αν μπορέσει να γίνει-πραγματοποιηθεί, αν έρθει βολικά (αν βολέσει θα φέρω το λάι αύριο)
βολεί = 1. ευκολία (έχασε τη βολή του)
2. βολεί με = με βολεύει (βολεί σε νάρτω πόψε?)
βολετό = βολικό, χωρίς δυσκολίες
βολοτσακκώ = σπάω τους βόλους του χωραφιού. Μεταφορικά – κάνω κάτι άσκοπο
βορβοτσιλίες = τα κόπρανα των αιγοπροβάτων
βόττα = 1. στροφή (φέρε μια βόττα το άλοο που τ΄αλώνι )
2. περίπατος (πάω μια βοττα το παιί)
3. τα βγάζω πέρα με κάτι (με τα μαεδιά που παίρνω, εν τα φέρνω βόττα)
βότυρος = το βούτυρο
βούα = αργαλειός
βούβες = υπόγειες αποθήκες για σιτάρι
βουδιές = κόπρανα αγελάδας
βούι και βόι = βόδι
βούλλες = ήταν οι μεγάλες σφραγίδες που άφηναν με τυπάρι οι Τούρκοι φοροεισπράκτορες πάνω στον μη δεκατισμένο σωρό του σιταριού. Η τυχόν αλλοίωση της βούλλας, συνεπάγονταν ότι ο ιδιοκτήτης έκανε φοροδιαφυγή.
βουνάρα = μεγάλο βουνό
βουνάρι = μικρό βουνό
βουνί – βουνιά = λόφος – λόφοι
βουνός = σωρός (μάεψε τα φύλλα και κάμε τα ένα βουνό)
βουρβουλιό = πάρα πολλά (το βουρβουλιό ειν οι σφήκες κι δα)
βούργια = σακούλι από πετσί ή υφαντό για την εργασία κρεμασμένο στην πλάτη-το χρησιμοποιούσαν και οι κυνηγοί.
βούριο = χαλασμένο αυγό ή νερό
βούρνα = γούρνα
βουρνί = φρεάτιο
βουστέρνα = στέρνα για να πίνουν τα ζώα
βρακώνω = εφαρμόζω - φτιάχνω τα ρούχα πάνω μου (πώς είσαι τσά, βρακώσου λλιάκι)
βράστη = ζέστη (δω να ειν πολύ βράστη)
βρατινίζω = νευριάζω και το δείχνω με κινήσεις ή λόγια
βράυ = βράδυ
βροχιανή = η βροχερή μέρα
βυζακώνει = κολλάει σαν βεντούζα
Βυζιά του λαού (λαγού) = Λύκος του λάδανου. Είδος πόας με κόκκινα άνθη, με θύλακα γεμάτο υγρό σαν μέλι το οποίο βγαίνει την άνοιξη κάτω από θάμνους. Το υγρό τρώγεται. Υπάρχουν δύο είδη, τα ποιο ροζ που τα λένε τριανταφυλλένια περιέχουν περισσότερο υγρό.
βυτίνα = κοντό πιθάρι
βυτινάρι = μικρό και χοντρό πιθάρι με δύο ή τέσσερα αυτιά και μεγάλο άνοιγμα στο οποίο έβαζαν ελιές σύκα κτλ με αυτή μετέφεραν νερό.
 

γάδαρος - γαδούρι = γάιδαρος

γαζιέρα = φορητή μπρούντζινη συσκευή ψησίματος φαγητού με πετρέλαιο

γάι = δαδί - ξύλο πεύκου εμποτισμένο με ρετσίνι που το χρησιμοποιούν για προσάναμμα στο τζάκι.

γαίμα = αίμα

γαλατούσα = το φυτό κώνειο, που με επεξεργασία έβγαζε μια γαλακτώδες ουσία, την οποία χρησιμοποιούσαν για να πιάσουν τα χέλια από τις ρένες.

γαμάλας = χαρακτηρισμός σια κάποιον με κακή συμπεριφορά ή ατσούμπαλο (μα τί γαμάλας πούσε)

γαμάλι = δαμάλι

γαπίζω = συμφιλιώνω, ταιριάζω

γιαπρακόφυλλα = τα αμπελόφυλλα για ντολμαδάκια

γαπώ = αγαπώ

γάρα = στομάχι

γάρνεψα = βαρέθηκα και δεν έκανα κάτι που έπρεπε να κάνω

γάρπαρα = πήρα

γαυλός = δαυλός

γεβγέτισμα = ρεζιλίκι

γείρε = πλάγιασε

γεματώ ή γεματίζω = δοκιμάζω

γεμένο = δεμένο

γεμμάτι = δεμάτι

γεναίκα = γυναίκα

γεράνι = πηγάδι

γερατίζει = αξίζει, χρησιμεύει σε κάτι / κατάλληλο (φτοδά το πιργιόνι έ γερατίζει)

γέρκιο = κατόρθωμα - έκανε αυτό που ήθελε κάποιος έστω και αν δεν ήταν σωστό.

γεροντομοίρια = αυτά που αφήνουν οι γονείς για τα γεράματα τους.

γεσιά = δεσιά

για = ή (για το’να, για τ’άλλο- ήρτες για έν ήρτες)

γικός = δικός (άνθρωπος)

γιακκώ και δακκώ = δαγκώνω

γιαμιάς = αμέσως (έν ε μπρόκαμα να τον φωνάξω και ήρτε γιαμιάς)

γιαπρακόφυλλα = φύλλα κληματαριάς για γιαπράκια

γιαρένης = φιλοξενούμενος ξένος, φίλος

γιαττάκι = κρεβάτι

γιμώννω = γεμίζω

γιόχτουρη = ίκτερος

γιουρλατίζω = παίρνω φόρα

γιουτίζω = ταιριάζω – συγκρίνω

γιφούρκι = ξύλινο δίχαλο για να σπρώχνου τα ξύλα στον φούρνο.

γκιλώνω = ενοχλώ – πειράζω

γκινιάζω – γκίνιαξα = εγκαινιάζω – φορώ κάτι καινούριο (γκίνιαξα τα παπούτσια)

γκολλώ = κυνηγώ κάποιον

γκώννω = κάνω να εξέχει κάτι

γλεπιός = φύλακας

γλέπω = βλέπω

γλημόρι = μνήμα

γλήορα = γρήγορα

Γληόρης = Γρηγόρης

γληφόνι = φλισκούνι. Είδος μέντας συγγενής του δυόσμου

γλυκατσούα = κάτι πάρα πολύ γλυκό

γοντάγρα ή δοντάγρα = τανάλια

γούλα = 1. λαιμαργία (με τη γούλα του μπαλεί)

  1. τα ούλα

γουλειά = δουλειά

γουλεύκω = δουλεύω

γουμάρι = φορτίο – βάρος

γουρνιάζω = κλαίω δυνατά

γραμυθιά = τερέβινθος ή τσικουδιά ή κοκκορεβυθιά θάμνος-δέντρο

γραμύθι = ο καρπός της γραμυθιάς ο οποίος τρώγεται

γράμματα = οι ψαλμοί της εκκλησίας (σήμερα η εκκλησία έχει πολλά γράμματα)

γραπάνι = δρεπάνι

γράφω = μεταβιβάζω (θα σου γράψω το χωράφι)

γρικώ = ακούω

γρίσπα ή γρισπίτσα = είδος βελόνας κεντήματος

γροσιά = δροσιά

γτί = γουδί

γτόχερο = αυτό που χτυπάς στο γουδί

γυαλικό = ντουλάπι με τζάμι για γυάλινα είδη

γυαλοκοπά = γυαλίζει, λάμπει από καθαριότητα

γύρου = γύρω

γώμα = χωμάτινη στέγη με πατελιά

δακκώ = δαγκώνω

δάχτυλας = αντιχειρας

Διάκος = 1. ψάλτης (σύμφωνα με τον Σταυριανό Ρεουλλά).

  1. αυτός που πήγαινε πάνω από μια φορά στους Αγίους Τόπους (σύμφωνα με τον Ιωνά Λαμπριανό)

Και στις δυο περιπτώσεις έμπαινε ως πρώτο συνθετικό στα επίθετα της Σορωνής: Διακολαμπριανός, Διακοφιλιππής, Διακοσταυριανός, Διακονικόλας, Διακογιάννης.

διακονιάρης = ζητιάνος

διάλα και διαλίστρα = χτένα

διαλέστρι = εκθλυπτικό δικαίωμα, το δέκατο

διαλοούμαι = συλλογίζομαι

διαλώ = διαλύω – διαχωρίζω- χτενίζομαι

διαπολώ = τρέχω- καλπάζω

διάτες = στοίχημα – είδος παιχνιδιού με κόκαλο της κότας.

διατίζω ή βιατίζω = προοδεύω ή και κάνω γρήγορα μια δουλειά (φτος δα εν διατίζει στο μάεμα των ελιών)

διμέλια = τα δίδυμα

διμηνήτης = είδος σταφυλιού πολύ πρώιμου (μαύρο)

δισάκκι = διπλός σάκος που κρεμόταν στον ώμο ή στα ζώα

δκυό = δύο

δραγάτης = αγροφύλακας

δραμουντάνα ή γραμουντάνα = τραμουντάνα ο βόρειο δυτικός άνεμος

δροσόλι = τρυφερός βλαστός

δωνά – δωνά πέρα = εδώ - ακριβώς εδώ.

εβά = εδώ

εβώ = εγώ

έγκραξε = αποκόλληση και πτώση τοίχου ή χώματος από πλαγιά.

εία είε = είδα - είδε

έι ναι = δεν νομίζω- αποκλείεται (ερωτ.: ννα πάς στη Χώρα ? απάντ.: έι ναι)

είς = δεις (έλα να εις τι έκαμες)

εκειά = εκεί

Ελένα = Ελένη

Ελίας = Ηλίας

εμπωμα = έμπα

έν = δεν

ε ννα = θε να (ε ννα ψουννήσεις σήμμερο?)

ένι = ναι? συμφωνείς? ( νάρτεις αύριο να μας βοθήσεις στο κλάος, ένι?)

έξινος = ξινός (χαρακτηρισμός: έ τον έξινο)

έξηψα = κάηκα

επιλοήθηκε = έδωσε το παρόν – ακούστηκε

επίλοσε = γέμισε

εποβιαλλώθηκα = έπεσα και χτύπησα

επόκαμε = κουράστηκε πολύ

έρκουμαι = έρχομαι

ερεικιά = ο θάμνος ρείκι

ετσά ή τσά = έτσι (μιέ τσά, μιέ αλλιώς = ούτε έτσι, ούτε αλλιώς)

εύρε = βρες

εφτό = αυτό

έφτω = ανάβω / ήψα – ήψες = άναψα - άναψες

εχάργιου = νόμιζα (εχάριου και ννα πάενες σήμερο στη χώρα)

εχάργε = νόμιζε

εχάφτειν το = το έφαγε, το κατάπιε